Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

stoop labor


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο stoop παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: labor
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stoop vi(posture: bend, bow) (για λίγο)σκύβω ρ αμ
 (μόνιμη στάση σώματος)καμπουριάζω ρ αμ
 The cellar door was so low I had to stoop to get in.
 Η πόρτα στο κελάρι ήταν τόσο χαμηλή που έπρεπε να σκύψω για να μπω.
stoop n(leaning or bowing posture)καμπούρα ουσ θηλ
 (κατά λέξη)σκυφτή στάση σώματος περίφρ
 In old age she developed a permanent stoop.
 Σε μεγάλη ηλικία απέκτησε μια μόνιμη καμπούρα.
stoop nUS (building: front steps)σκαλιά ουσ ουδ πλ
 Guys were sitting on the stoop, whistling at girls.
 Κάποια αγόρια κάθονταν στα σκαλιά και σφύριζαν στα κορίτσια.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
stoop to,
stoop to (do) [sth]
vtr phrasal insep
(debase yourself, condescend) (μεταφορικά: κάποιου)πέφτω στο επίπεδο έκφρ
  καταδέχομαι ρ αμ
 (επίσημο, μτφ: κάποιου)υποβιβάζομαι στο επίπεδο έκφρ
 I wouldn't stoop to respond to a question from them.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stoop labor στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «stoop labor».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!